Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Le conseguenze dell'amore (2004)

Ελληνικός τίτλος: Οι συνέπειες του έρωτα
Σκηνοθεσία: Paolo Sorrentino
Παίζουν: Toni Servillo, Olivia Magnani, Adriano Giannini, Antonio Ballerio, Gianna Paola Scaffidi
Χώρα: Ιταλία
Είδος: Δράμα / Ρομάντζο / Έγκλημα

Υπόθεση: Κάθε άνθρωπος κρύβει ένα ανομολόγητο μυστικό. Όμως, ο Τίτα Ντι Τζιρόλαμο κρύβει περισσότερα. Είναι προφανές. Αλλιώς για ποιο λόγο ένας καλοστεκούμενος μεσόκοπος άνδρας από την Νότια Ιταλία, περνά τα τελευταία οκτώ χρόνια σε ένα ανώνυμο ξενοδοχείο μιας ανώνυμης Ελβετικής πόλης, χωρίς φαινομενικά καμία απασχόληση; Χρόνια σιωπής και αμέτρητων τσιγάρων, χρόνια που τα περνά στο λόμπυ του ξενοδοχείου, ντυμένος κομψά μα χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του περιττές πολυτέλειες; Μια αποπνικτική ρουτίνα, η αιώνια αναμονή κάποιας τολμηρής κίνησης. Ο Τίτα, σαν ήρωας του Ναθάνιελ Χώθορν παρατηρεί απαθώς τη ζωή να περνά μπροστά από τα μάτια του, χωρίς ποτέ να αντιδρά, χωρίς να δείχνει το παραμικρό συναίσθημα. Και πάλι φαινομενικά. Δεν έχει πια κανέναν. Μόνος. Τόσα χρόνια χαμένα για κάτι που συνέβη και παραμένει κρυφό. Τι; Για ποιόν λόγο; Ποια είναι τα ανομολόγητα μυστικά του Τίτα Ντι Τζιρόλαμο; (Πηγή cine.gr)


Όποιος διαβάσει την υπόθεση πιθανόν να πει “τι βαρετή που είναι” ή “μα καλά δεν συμβαίνει τίποτα σε αυτήν” και δεν θα είχαν καθόλου άδικο εάν πίσω από την σκηνοθετική καρέκλα δεν βρισκόταν ο Paolo Sorrentino (του εκπληκτικού Il divo) ο οποίος με την σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ, ευρηματικότητα και ιδιοφυία μετατρέπει ένα φαινομενικά αδιάφορο, μονότονο δράμα κυρίως κλειστών χώρων, σε ένα άκρως εντυπωσιακό υπαρξιακό δράμα μεγατόνων, σκηνοθετημένο με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους.

Δεν θα αναφερθώ παρά ελάχιστα στην υπόθεση γιατί πιστεύω ότι είναι από εκείνες τις ταινίες που όσο λιγότερα ξέρεις τόσο το καλύτερο. Όλη σχεδόν η πλοκή της περιστρέφεται γύρω από τον πρωταγωνιστή και το καλά κρυμμένο μυστικό του (
τον οποίο υποδύεται ο καταπληκτιός Toni Servillo, ο χαμαιλέοντας του σύγχρονου ιταλικού κινηματογράφου), ένα παντρεμένο ηλικιωμένο ζευγάρι παρηκμασμένων αριστοκρατών και μια υπάλληλο του ξενοδοχείου που αποτελεί και τον κρυφό πόθο του αλλά το μόνο που κάνει είναι να την αγνοεί επιτηδευμένα γιατί ξέρει ότι οποιαδήποτε αλλαγή στην καθημερινή του ρουτίνα μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες. Ώσπου μια μέρα μην μπορώντας να αντέξει την συνεχή αγνόηση προς το πρόσωπό της, θα ξεσπάσει πάνω του, αποτελώντας ουσιαστικά και την αφορμή για να την πλησιάσει. Δυο ματιές και δυο χαμόγελα φτάνουν για να καταλάβεις ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για την ζωή του πρωταγωνιστή. Γιατί πολύ απλά θα υποστεί τις συνέπειες του έρωτα (εξού και ο τίτλος της ταινίας).

Είναι εκπληκτικός λοιπόν ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την κάμερά του έτσι ώστε να αναδεικνύει στο μέγιστο την καθημερινή ρουτίνα καθώς και τον μικρόκοσμο στο οποίο μοιάζει να είναι εγκλωβισμένος ο πρωταγωνιστής. Εκεί που άλλοι σκηνοθέτες μια απλή σεκάνς την είχαν μοντάρει σε πολλαπλά προβλέψιμα κοψίματα αυτός προτιμά να το δείξει με ένα δεξιοτεχνικό traveling, πανοραμίκ, βάθος πεδίου, “σκανάροντας” έτσι τους χώρους ώστε να συλλαμβάνει την δράση χωρίς να διασπάται η χωροχρονική ενότητα της εικόνας. Αλλά και όταν χρησιμοποιεί το ντεκουπάζ ή το μοντάζ το κάνει με ευρηματικά περάσματα-cut από το ένα πλάνο στο άλλο είτε χρησιμοποιώντας διάφορες γωνίες λήψεις όπου με αυτό τον τρόπο αξιοποιούσε τους εσωτερικούς χώρους, είτε στηριζόταν στις κινήσεις των πρωταγωνιστών, είτε σε σκηνοθετικά φωτογραφικά τρικ (θολούς φακούς), είτε στα φαινομενικά άναρχα καδραρίσματά του αξιοποιώντας όλες τις διαστάσεις του κάδρου. Με αυτό τον τρόπο έδωσε μια πολυδιάστατη μορφή, κυρίως στο ύφος αλλά και στην αφήγηση της ταινίας.

Σενάριο λιτό και χωρίς πολλά πολλά, δηλαδή με τα απολύτως απαραίτητα έτσι ώστε να ξεδιπλωθεί αργά και μεθοδικά η πλοκή της (φροντίζοντας έτσι να καλλιεργήσει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου) και να βγουν στο φως τα μυστικά που κρύβει ο πρωταγωνιστής. Η πλοκή ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση αν και σε ορισμένα σημεία της παρουσιάζεται είτε αφαιρετική (καθώς ο Sorrentino με τα σκηνοθετικά του τεχνάσματα περνά απότομα από την μια σκηνή στην άλλη, δίνοντάς όμως την εντύπωση ότι βρίσκεσαι ακόμα στην προηγούμενη) είτε ελλειπτική (όπως σε ένα πολύ κομβικό σημείο της πλοκής στο οποίο η δράση παρουσιάζεται πολύ συνοπτικά σαν να λείπουν δηλαδή κάποια κομμάτια από το παζλ που όμως θα συμπληρωθούν προς το τέλος με την χρήση μιας αναδρομής, φροντίζοντας έτσι να αποκατασταθεί η συνοχή της). Επίσης στο όλο αυτό, νωχελικό και μελαγχολικό κλίμα που επικρατεί σε όλη την διάρκεια, συμβάλει πολύ και η voice over αφήγηση του πρωταγωνιστή την οποία και βρήκα πολύ λειτουργική καθώς συνέβαλε στο να βυθιστείς ακόμα πιο πολύ στον ψυχικό κόσμο του, όπως επίσης συνέβαλε και στους αργούς (αλλά απολύτως ταιριαστούς) αφηγηματικούς ρυθμούς με ορισμένα εντυπωσιακά ξεσπάσματα τα οποία και συνοδεύονται από ένα καταιγιστικό μοντάζ, όπου ο σκηνοθέτης ορθώς φροντίζει να ταυτίζονται με έναν συγκεκριμένο σκοπό-γεγονός, που σπάνε την καθημερινή μονοτονία στη ζωή του πρωταγωνιστή.

Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι η υποδειγματική χρήση του ήχου (είτε αυτός είναι διηγηματικός είτε μη διηγηματικός) όπου ορισμένες φορές ο Sorrentino τον καταστά πιο σημαντικό από την ίδια την εικόνα, δηλαδή ο ήχος έρχεται σε πρώτο πλάνο ενώ η εικόνα σε δεύτερο. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στους διηγηματικούς ήχους (δηλαδή εκείνους τους ήχους που προέρχονται από φυσικές πηγές μέσα από την ταινία που δικαιολογούν την ύπαρξή τους) όπως μια συζήτηση στην καφετερία του ξενοδοχείου η οποία διακόπτεται ξαφνικά από ένα γενικό πλάνο μερικών δευτερολέπτων μεταφέροντάς μας έξω από το ξενοδοχείο, όπου ίσα που ακούμε το τι λένε, ή ο ρυθμικός θόρυβος ενός αυτόματου ποτιστηριού πριν από ένα μοιραίο γεγονός, ή η ηχητική απομόνωση συγκεκριμένων θορύβων από το φυσικό τους περιβάλλον, ή το πέρασμα από μια σκηνή σε μια άλλη με αφορμή στο άκουσμα ενός ήχου. Αλλά και οι μη διηγηματικοί ήχοι κατέχουν εξέχοντα ρόλο καθώς με την χρήση μιας υπέροχης και πολυσύνθετης μουσικής δίνει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στους ρυθμούς της ταινίας.

Μπορεί όλα τα παραπάνω σε κάποιους να φαίνονται βαρετά, κουραστικά, ή να μη τους ενδιαφέρουν, ωστόσο είναι πολύ σημαντικά για μένα, γιατί πιστεύω ότι αναδεικνύουν την πολύ μεγάλη σπουδαιότητά της. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η φόρμα υπερισχύει έναντι του περιεχομένου, κάτι που προσωπικά λατρεύω. Σίγουρα πρόκειται για μια δύσκολη ταινία που απευθύνεται κυρίως σε απαιτητικούς σινεφίλ και κυρίως στους λάτρεις ιδιαίτερων σκηνοθεσιών. Το να παρακολουθώ λοιπόν ταινίες του Sorrentino είναι μια κινηματογραφική απόλαυση διότι με το ιδιαίτερο, προσωπικό του ύφος οξύνει ακόμη περισσότερο τις κινηματογραφικές μου αισθήσεις. Κι αυτό είναι κάτι που λίγοι σκηνοθέτες το καταφέρνουν. Ελπίζω, με την καινούργια του ταινία και το πέρασμά του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, να μην αφήσει αυτές τις υφολογικές-στιλιστικές του αναζητήσεις και παραδοθεί στους συμβατικούς χολιγουντιανούς μεθόδους κινηματογράφησης.

4,5/5: Εξαιρετική

0: Κακή / 1: Μετριότατη / 2: Έτσι κι έσι / 3: Καλή / 4: Πολύ καλή / 5: Αριστούργημα